Notice: Undefined offset: 3 in /home2/gohalkid/public_html/taxiarchis.net/templates/bloggy/functions.php on line 39

Notice: Undefined offset: 3 in /home2/gohalkid/public_html/taxiarchis.net/templates/bloggy/functions.php on line 39

Τραγούδια

Γονική Κατηγορία: ROOT

ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

ΒΙΝΤΕΟ

 

  1. ΠΟΤΑΜΟΣ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ Ν. ΑΒΑΓΙΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ TV ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ)
  2. Η ΒΛΑΧΑ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ Ν. ΑΒΑΓΙΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ TV ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ).
  3. Η ΛΕΝΙΩ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ Ν. ΑΒΑΓΙΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ TV ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ).
  4. ΣΤ΄ΑΠΑΝΟΥ ΜΑΝΑ΄Μ ΤΟΥ ΧΟΥΡΙΟ  (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ Ν. ΑΒΑΓΙΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ TV ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ)
  5. ΣΑΝ ΑΠΟΨΙ ΤΕΤΟΙΑΝ ΩΡΑ
  6. ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΑΚΙ
  7. ΘΩΜΑΗ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ Ν. ΑΒΑΓΙΑΝΝΟΥ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ TV ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ) 

 

 

ΜΟΝΟ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

 

ΜΑΓΙΑ ΜΟΥΚΑΝΕΣ

Για μάγια μάγια μούκανες
για μάγια μ’ έχεις κάνει
με μάγια την καρδούλα μου
την έχεις ξετρελάνει.

Α! μάγια μούκανες
Α! καλά δεν το καμεις
Α! άστρο της αυγής
δε βγαίνεις να με δεις .

Για μάγια μάγια μούκανες
για μαγεμένο μ’ έχεις
μες τα σγουρά σου τα μαλλιά
περιπλεγμένο μ’ έχεις

Εσύ απ’ αυτού κι ’γω από δω
κι ο τοίχος μες στη μέση
τάξε κερί στη Παναγιά
να γκρεμιστεί, να πέσει.

Αν σ’ αρνηθώ πουλάκι μου
ποτέ εγώ εσένα
του Ταξιάρχη το σπαθί
θα ’ναι κριτής για μένα.

Όταν μου είπες έχε γεια
και γύρισες και μ’ είδες
κλωνάρι απ’ τη καρδούλα μου
ξερίζωσες και πήρες.

Α! μάγια μούκανες
Α! καλά δεν το καμεις
Α! άστρο της αυγής
δε βγαίνεις να με δεις.


ΣΤΟΥ ΠΕΡΑ ΜΑΧΑΛΟΥΔΙ

Στου πέρα μαχαλούδι
στην κάτω γειτονιά
είν’ ένα κοριτσούδι
τον λέν’ Αναστασιά

Φορεί κοντό φουστάνι
μεταξωτή πουδιά
παπούτσι λουστρινάκι
μου καίει την καρδιά

Αν είσαι μοδιστρούλα
που ’νει η ποδίτσα σου
που είναι το βελονάκι
και η δαχτυλίθρα σου 

Να ξέρω πως με παίρνεις
να στείλω προυξενιά
στείλε καλέ μου στείλε
στη μάνα μ’ μια βραδιά

Στείλε καλέ μου στείλε
στη μάνα μ’ μια βραδιά
ίσως και να τελειώσει
αυτή τη προξενιά.

Χίλιες φορές την ώρα
περνούσα να σε δω
κι η μάνα σου σε κρύβει
πουπίσ’ στον αργαλειό

Ανάθεμα του χτένι 
και τ’ αργαλειού τ’ αντί (δις)


ΠΟΤΑΜΟΣ

Ποταμέ μ’ όταν βογγίζεις αμάν
κι όταν πυκνοκυματίζεις
πάρε με πάρε με στα κύματα σου, αμάν
στα πυκνογυρίσματά σου
πούρχονται οι νιες και πλένουν, αμάν
μαυρομάτες και λευκαίνουν
πούρχεται κι ένα κορίτσι, αμάν
έλαμψ’ ο γυαλός και η βρύση.

 

ΣΤ’ ΑΠΑΝΩ ΜΑΝΑ Μ’ ΤΟΥ ΧΟΥΡΙΟ

Στ’ απάνω μάνα μ’ του χουριό
στην εκκλησιά πιο πέρα
μ’ έχει ραγίσει την καρδιά
μιας χήρας θυγατέρα.

Στη βρύση στην κρυόβρυση
πού’ ναι στο κρυονέρι
μια λυγερή ερχότανε
με το σταμνί στο χέρι.

Στο δρόμο την αντάμωσε
ένα παληκαράκι
και το όνομα της ρώτησε
της πιάνει απ’ το χεράκι.

Στη βρύση στην κρυόβρυση
που γέμιζε τη στάμνα
ένα κλωνάρι μού ’ριξε
στη τσέπη μαντζουράνα.

Σύρε λεβέντη μ’ στο καλό
κι άσε με να γεμίσω
την Κυριακή παντρεύομαι
τον άντρα μ’ να φιλήσω

 

Σ’ ΟΜΟΡΦΟ ΠΕΡΙΒΟΛΑΚΙ

Σ’ όμορφο κόρη μ’ Λενιώ
σ’ όμορφο περιβολάκι (δις)
Τι ’ναι τα δένδρα που έχει μέσα (δις)
λεμονιές και κυπαρίσσια.
Έχει κι όμορφα κορίτσια
κόρη κάθεται στον ίσκιο
και κεντάει χρυσό μαντήλι.
Κέντα κόρη το μαντήλι
σ’ άλλον νιο να μη το δώσεις
μον’ σε μένα τον λεβέντη
τον λεβέντη τον Γιαρέντη.


ΘΩΜΑΗ

Ταχύ μωρέ ταχύ την Κυριακή
όντας χαράζει η μέρα, μάρη Θουμαή
όντας χαράζει η μέρα Δημήτρη μου Ντιλή.

Κόσμους μωρέ κόσμους παέν’ στην εκκλησιά
κι χιρητάει βαγγέλια μάρη Θουμαή
κι χιρητάει βαγγέλια Δημήτρη μου Ντιλή.

Κι η Θουμαή κι η Θουμαή στοιλίζιτει
στου κήπου για να πάει, μάρη Θουμαή
στου κήπου για να πάει, Δημήτρη μου Ντιλή.

Κι ου Δ’μήτρης παραμόνιβει
πουπίσου απού την πέτρα μάρη Θουμαή
πουπίσου απού την πέτρα Δημήτρη μου Ντιλή.

Μα ποιος μαρή του κόβει του νιρό
κι έρχιτι θουλουμένου, μάρη Θουμαή
κι έρχιτι θουλουμένου, Δημήτρη μου Ντιλή.

Κι ου Δ’μή μωρέ Κι ου Δ’μήτρης παραμονιβι
που πίσου απού την πέτρα, μάρη Θουμαή
που πίσου απού την πέτρα, Δημήτρη μου Ντιλή

Ιγώ μαρή ιγώ στου κόβου του νιρό
κι έρχιτι θουλουμένου, μάρη Θουμαή
κι έρχιτι θουλουμένου Δημήτρη μου Ντιλή.


ΠΑΙΡΝΩ ΤΙΣ ΠΑΝΤΟΦΛΙΣΤΕΣ ΜΟΥ

Παίρνω τις παντοφλίστες μου 
και πάω να σουλατσάρω
και ακούω το κρεβάτι σου 
να τρίζει όλο τρίζει.

Σκύφτω κι βλέπω δυο κορμιά
σ’ ένα μαξιλαράκι
τ’ ένα έχει φούστα πράσινη 
κι τ’ άλλου παντελόνι
και πάλι δεν το πίστεψα
και ξαναδευτερώνω
και απλώνω το μα το χεράκι μου 
και πιάνω δυο κεφάλια.
τ’ ένα έχει μπόλκα τα μαλλιά 
και τ’ άλλου δυο πλεξούδες

Δυο χρόνια έχω σ’ αγαπώ 
δεν το κάνες νισάφι
για να με κράξεις μια βραδιά
κι ένα Σαββάτο βράδυ
ντας πάει μάνα σ’ στην εκκλησιά 
μπαμπάς σου στο παζάρι
και τα μικρά αδερφάκια σου
να πάνε στο σχολείο
να σε χορτάσω φίλημα
να σε χορτάσω λόγια.


ΤΙ ΩΡΑΙΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

Τι ωραίο φεγγαράκι
τι ολόχρυση βραδιά
ένας νέος και μια νέα
αχ βγήκανε στην εξοχή.

Ο νέος παίζει την κιθάρα
κι η νέα τραγουδεί
κι άλλη μια στο παραθύρι
κάθεται και βλασφημεί

Η κιθάρα σου να σπάσει
και τα τέλια να κοπούν
και τα χέρια που την παίζουν 
αχ μες στη μαύρη γη να μπουν

Η κιθάρα μου δεν σπάει
και τα τέλια της βαστούν
και τα χέρια που την παίζουν
αρραβώνες καρτερούν.




Η ΣΤΑΜΟΥΛΩ

Απόψε τα μεσάνυχτα 
και τα βαθιά σκοτάδια
την πόρτα μας κουρτάλιζαν
την πόρτα κουρταλίζουν.

Σήκω Σταμούλου μ’ κι άνοιξε
να μπουν οι φίλοι μέσα

Μον’ τα παπούτσια τα έβαλε
τη σκάλα κατεβαίνει
βλέπει φεσάκια κόκκινα
σπαθιά ξεγυμνωμένα.

Μάνα μ’ δεν είναι φίλοι αυτοί
μον’ είν’ αρβανιτάδες
κι ήρθαν να μας χαλάσουν.

Σήκω Σταμούλου μ’ κι άλλαξε
και βγάλε τα καλά σου
να μη στα κάνουν αίματα
να μη στα μαγαρίσουν

Μάνα μ’ λουλή, μάνα μ’ ζουρλή
μάνα μ’ ξεμαλιασμένη
που δε λυπάσαι νιο κορμί
και νιάτα χαϊδεμένα
μονό λυπάσαι τα πανιά
πουναι στο αργαλιό ’φανμένα.


ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΣΤΗΣΑΝ ΤΟ ΧΟΡΟ

Τώρα που στη Μαρία μου
τώρα που στήσαν του χουρό
τώρα που στήσαν του χουρό
να’μαν κι γω να τραγουδώ

Να’μαν κι γω Μαρία μου
να’μαν κι γω να τραγουδώ 
να’μαν κι γω να τραγουδώ
όλες οι βέργες είναι δώ.

Όλες οι βε Μαρία μου
όλες οι βέργες είναι δώ
όλες οι βέργες είναι δώ
δικιά μ’ βεργούλα δ’ ειν’ εδώ

Δικιά μ’ βεργού Μαρία μου
δικιά μ’ βεργούλα δ’ ειν’ εδώ
δικιά μ’ βεργούλα δ’ ειν’ εδώ
πάεισι στη βρύση για νιρό.



ΚΥΠΑΡΙΣΣΑΚΙ ΜΟΥ ΨΗΛΟ

Κυπαρισσάκι μου ψηλό
τι στέκεις μαραμένο
έχασα τον γιαρέντη μου
και που να πα τον έβρω

Θεέ μου για κάνε με πουλί 
για κάνε με αηδόνι
για να πετώ πολύ ψηλά
ψηλά παν’ στα ουράνια.

Να δω τις πόλεις, τα χωριά
της πόλης τα ντερβένια
να ιδώ και τον γιαρέντη μου
σε ποια ταβέρνα πίνει

Αχ ποιες μικρούλες τον κερνούν
ξανθιές και μαυρομάτες.