Notice: Undefined offset: 3 in /home2/gohalkid/public_html/taxiarchis.net/templates/bloggy/functions.php on line 39

Notice: Undefined offset: 3 in /home2/gohalkid/public_html/taxiarchis.net/templates/bloggy/functions.php on line 39

Ντοπιολαλιά

Γονική Κατηγορία: ROOT

 

                            ΝΕΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΦΡΑΣΕΙΣ

 

ΛΟΥΚΟΥΒΙΤΚΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Νότσι του ντουβάρ΄ι


Βράχηκε ο τοίχος


Φυράδα


Χαραμάδα


Κλούτσα

το γυριστό χερούλι της γκλίτσας ή γενικά ενός ξύλου που το χρησιμοποιούμαι π.χ. για να τραβάμε ένα κλαδί οπωροφόρου δέντρου κλπ

Ζντουμπλαριά

Απότομο πέσιμο

Αν ίνι μπιλί

Αν είναι δυνατόν

Δεν θα σι δώσου τα βντέσια

Δε θα σου δώσω αναφορά

Μισιρός

Ανάπηρος

Μσιάρκου γαδούρ΄ι ούτε ζει ούτι ψουφάει

Ότι είναι μισό μισό δεν έχει συντηρείτε 

Πσκω, Γκουγκώ

Βογκώ

Τσίμτους

Σιωπή 

 

 

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΕΣ -  ΦΡΑΣΕΙΣ

   
ΛΟΥΚΟΥΒΙΤΚΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Γαλάνσαν τα κεράσια Άρχισαν να κοκκινίζουν τα κεράσια
Γίνι άφανος Εξαφανίσου
Γυρνάς ντιβιρλίνγκις Γυρίζεις από εδώ και από εκεί
Δεν αδιάζου Δεν έχω χρονο
Δεν αρταίνουμε Δεν τρώω κρέας και τυροκομικά
Δεν έχω ανάκαρα Δεν έχω δυνάμεις
Δεν τα σον’ Δεν λέει να σταματήσει να μιλά
Δεν χτάϊζ ντίφλας Δεν βλέπεις καθόλου
Έμαθες καμιά κλούτσα; Έμαθες λίγα γράμματα;
Ένα κόμπο νιρό Μια γουλιά νερό
Ένα χόβ Κάποτε
Έφαγε ένα μσούρ Έφαγε πάρα πολύ
Έφαγε τον πιρίδρουμου Έφαγε πολύ μεγάλη ποσότητα
Εχς ουμούτια κι’ έρχισι Έχεις μούτρα και έρχεσαι
Ζούρσι να κάτς Κάθισε (επιτακτικά)
Ήρτι στα γράδα τ’ Ήρθε στα ίσα του
Θα σι ρίξου ένα μπιρντάκ’ Θα σου δώσω ένα χέρι ξύλο
Θα τα απουσώις Θα το χαλάσεις εντελώς
Καλό κουλάϊ να έχς Να έχεις καλή ευκολία
Καλώς μπλάχκαμι Καλώς βρεθήκαμε
Κάνω ζαφτ Συνετίζω, συμμορφώνω
Λγώθκα απ’ ντ’ πείνα Πείνασα πάρα πολύ
Μαγάρ΄σα του στόμα μ΄ Έβαλα κάτι βρώμικο στο στόμα μου ή είπα κάτι που δεν έπρεπε
Μέσκιαξις Με τρόμαξες
Μη μι γκιώνισι Μην μου ζητάς τον λόγο
Μη μι ζγ’ώνεις Μην με πλησιάζεις
Μια πατσιά Ένα βήμα, πολύ κοντά
Να’γκαλιες Δεν με νοιάζει
Ντ μπατήκουσα Έφαγα πολύ καλά
Ντιπ βόδ’ ίσι; Είσαι τελείως χαζός;
Ξιάνξι ο καιρός Καλυτέρεψε ο καιρός
Ούμπας πλια Αμάν πια (επιφώνημα)
Ούτε να τσιμτίκς Ούτε να πει κιχ, ούτε να κουνηθείς
Πήρε τα ρμάνια Πήρε τα βουνά
Σ’μα κουντά Λέγεται ειρωνικά όταν θέλουμε να δείξουμε ότι κάτι είναι μακρινό
Σι ίδιαβι Σε ξεπέρασε σε κάτι που αγωνιζόσασταν μαζί
Σκνί κουρδόν’ Όταν κάτι συμβαίνει διαδοχικά
Σμπράστ καταή Πέσιμο
Σφούξ του Σκούπισε το
Τα έβγαλι ούλα στου μιγδάν’ Τα φανέρωσε όλα, τα έδειξε όλα
Τα πουρεύου Τα φέρνω βόλτα, επιβιώνω
Τι φκιάνς Τι κάνεις
Τον κίρτσα στου δικανίκ Τον έδωσα πολύ ξύλο
Του τσιακμακώνου στουν πλάλου Τρέχω  γρήγορα για να φύγω
Τσαμπούνα το αίμα Τρέχει πάρα πολύ αίμα
Τσκω μια γκαζιά Ρίχνω τον βώλο (την μπίλια)
Χαμένου ζ΄ντράν Ρεμάλι, χαμένο κορμί
Χαμένου παρτάλ Χαμένο ρούχο
Ψηληκοντή ιγώ όχι ισύ, τσιοιυρτσόπ τα κουνάκια Έκφραση που λεγότανε από παιδιά που παίζανε μπίλιες (αυτός που το έλεγε είχε δικαίωμα να σηκώσει το χέρι του ποιο ψηλά για να βλέπει τις μπίλλιες και μπορούσε να ισιάξει και το μέρος που βρισκόταν οι μπίλλιες


ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ κλπ

ΛΟΥΚΟΥΒΙΤΚΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Αβγιούμι Αφηγούμαι, διηγούμαι
Αβέρτα Συνέχεια
Άβνταλους Επιπόλαιος, απρόσεκτος, τσαπατσούλης, χοντροκομμένος
Αγγιό Δοχείο
Αγιάζ’ Κρύο με πολύ αέρα
Αγλιέφουρους Μέτωπο
Αγρέγρουνου Αγριογούρουνο
Αγρικώ Καταλαβαίνω
Αγριντιά Ξύλινο δοκάρι σπιτιού
Αδερφουμίρια Τα μερίδια αδερφών από την πατρική περιουσία
Αδιάζουμι Βιάζομαι
Αϊα’τους Νάτος
Ακλουθώ Ακολουθώ, συνοδεύω
Ακουμάνταρτους Δεν μπορείς να τον διευθύνεις
Αλατζιάς Παραδοσιακό υφαντό γυναικείο φόρεμα
Αλαφιάτ΄ς Είδος φιδιού όχι δηλητηριώδες
Αλαφράδα Ανοησία, βλακεία
Αλαφρουμπάμπουρους Χαζός
Αλήξουρους Λαίμαργος
Αλόρτους ‘Όρθιος
Αλουγάς Άλογο
Ανάμ’ Ατυχία, δυσάρεστο περιστατικό με αρνητικές συνέπειες, σκάνδαλο
Αναμπουμπούλα Αναταραχή, φασαρία
Ανηκούκουρδα Με λυγισμένα τα γόνατα
Ανισακιάζιτι Κουνιέται
Ανισκουμπώθκα Ανασήκωσα τα μανίκια και είμαι έτοιμη να κάτω τις δουλειές μου
Ανιτάζου Αναθεωρώ το τάξιμο
Ανιχουβόλιασμα Ανασήκωμα
Αντέτ’ Κάτι που είναι καλό να γίνει, έθιμο
Αντί Ξύλο που μαζεύουν το νήμα στον αργαλειό
Αντραλίζουμι Ζαλίζομαι
Αντρασκ’λώ Δρασκελώ
Αντρασκαλώθκα Σκαρφάλωσα
Απλουγιούμι Απαντώ σε κάλεσμα, αποκρίνομαι
Απόλκι Σχόλασε, τελείωσε
Απόπατους Τουαλέτα, αποχωρητήριο
Απόρξει Απέβαλε (το μωρό)
Απόστασα Κουράστηκα
Απουλιάνα Αλάνα, μεγάλο ανοιχτό μέρος
Απουλνώ Αμολώ, σχολάω
Απουσταίνου Κουράζομαι
Αράδα Σειρά
Αρτσιώθκα(ν) Ανασηκώθηκα (οι τρίχες από τα μαλλιά), (μεταφ.)Παίρνω ύφος επιθετικό και είμαι έτοιμος για καυγά
Αρχινώ Αρχίζω
Ασκένομι Σιχαίνομαι
Ασμάζουχτους Αυτός που δεν τακτοποιεί σωστά τα πράγματά του, ανεπρόκοπος
Ασνέρστους Αδιάφορος, μη υπολογίσιμος
Ασουγάδα Απρέπεια, βλακεία, ζημιά
Άσουγους Ανάποδος, αυτός που έχει κακό χαρακτήρα
Αστουχώ Ξεχνώ
Αστριχιά Τα κενό ανάμεσα σε δυο οικόπεδα ή σπίτια
Άσωτα Ατελείωτα
Ατζιάκ΄ Τζάκι
Αυγατίζου Διευρύνω, πολλαπλασιάζω
Αυγουλουγώ Έλεγχος της κότας αν έχει αυγό ή όχι
Αυγουμλάκ’ Είδος μανιταριού
Άφκι’μι Άφησέ με
Αφκριούμι Προσπαθώ να κρυφακούσω κάποια συζήτηση, αφουγκράζομαι
Αφνοί Αυτοί
Αφτού Εκεί
Αχούρ Στάβλος, ακατάστατο μέρος
Αχταρμάς Ανακατωμένα πολλά πράγματα
Βαζουκουπάει Ακούγεται κάτι πολύ δυνατά
Βαζούρα Ο έντονος θόρυβος
Βαϊζω Γέρνω
Βακούφκου Χωράφι ή κτίριο που ανήκει σε μοναστήρι, (μεταφ.) δεν ανήκει σε κανέναν
Βαράω Χτυπάω
Βαρταλαλώ Κάνω έντονο θόρυβο
Βασταγαριά Βοηθητικό ξύλο με διχάλα για να στηρίξει το βάρος του φορτίου από την μία πλευρά του ζώου και να φορτωθεί από την άλλη
Βατσ’νιά Μουριά, Βάτος
Βδούλα Ζυμωτό ψωμί (συνήθως μεγάλο και κυκλικό)
Βεγγέρα Χορός με ξενύχτι
Βελέντζα Μάλλινη κουβέρτα με κρόσσια
Β'ζούν Μεγάλο σπυρί
Βίζιτα Επίσκεψη (συνήθως σε γιορτή)
Βιράγκα Μικρή λίμνη που σχηματίζεται από τρεχούμενο γλυκό νερό
Βιρέ Πλαγιαστά
Βιριάνις Ανεύθυνος
Βιριάνκου Έρημο, εγκαταλελειμμένο
Βιτούλ’ Κατσίκι ενός έτους
Βούζα Κοιλιά
Βούζαρς Κοιλαράς
Βουνιά Κοπριά αγελάδας
Βουριάζω Βάζω κάτι μέσα
Βουρλάθκα Τρελάθηκα
Βουρλίζομαι Σκέφτομαι πολύ
Βουρλός Χαζός
Βρακουζούν’ Το λάστιχο-σχοινί που έδεναν τα βρακιά
Γαδούρα Ξύλινη κατασκευή που χρησιμοποιούνταν για το κόψιμο των κομμένων δέντρων σε καυσόξυλα
Γαδουρουκλίστρια Μικρό κομμάτι γης
Γανάδα Κούραση, κόπος
Γανιάζω Παιδεύομαι, κουράζομαι, ταλαιπωρούμαι
Γάτσιασα, Γατσιασμένος Δίψασα πολύ, Διψασμένος
Γιαλίζουμι Καθρεφτίζομαι
Γιάντις Ο θώρακας της κότας
Γιουβάν’ς Χαϊβάνι
Γιουρντώ - γιούρτσα Ορμώ - όρμησα
Γιούφτος - Γιούφτσα Γύφτος - Γύφτισσα
Γκαβαλίνα Κοπριά αλόγου
Γκαβογυάλια Γυαλιά μυωπίας
Γκαβός Τυφλός
Γκαζιές Μπίλλιες
Γκαζιρό Θερμαντική ή μαγειρική συσκευή που λειτουργεί με πετρέλαιο
Γκαϊράκου Ψιλή αδύνατη και όμορφη γυναίκα
Γκαλγκότς Βάζω κάποιον να καθίσει στους ώμους μου (στον σβέρκο)
Γκαλιουρίζει Κάποιος με χαμηλή όραση βλέπει κάτι επίμονα για να το ξεχωρίσει
Γκάργκλας Λάρυγγας
Γκαργκλιά Γουλιά
Γκβάνσ’ες Κουβάλησες
Γκβανώ Κουβαλώ
Γκβάρ’ Μαζεμένο σαν κουβάρι
Γκδούν’ Κουδούνι
Γκζαδ Χαζός
Γκιόν’ς Νυχτόβιο πουλί, μεταφ. βλάκας
Γκιούμ’ Δοχείο μεταφοράς γάλατος
Γκντίνα Απότομο ξετίναγμα
Γκόθκα Κόμπιασα
Γκόνωμαι Πνίγομαι, κομπιάζομαι
Γκούβνος Στοίβα
Γκούγκδας Το βαρίδι από το καντάρι, (μεταφ.) εξόγκωμα
Γκουργκλιάνα Είδος μανιταριού
Γκουρνιτσιά Αγριαχλαδιά
Γκουρτζιλούδ Μικρό γουρουνάκι
Γκουστιρίτσα Σαύρα
Γκούτμανος Χαζός
Γκραβαλίζου Κάνω θόρυβο ψάχνοντας κάτι
Γκρισλιάνους Ο λαιμός της κότας
Γνιάτ Γινάτι
Γουνίδ’ Γωνία ψωμιού
Γραπατσώνου Γρατζουνώ - τραυματίζω κάποιον ελαφρά με τα νύχια
Γρουνουπάτσι Κεφάλι γουρουνιού
Γρουνουτσάρουχα Παπούτσια από δέρμα γουρουνιού
Δ’λειά Δουλειά
Δάχλου Δάχτυλο
Διασίδ’ Τα νήματα, το υφάδι του αργαλειού
Δικανίκ’ Ξύλο για τιμωρία
Δικράν’ Δίχαλο ξύλινο
Δουκάν’ Γεωργικό εργαλείο για το αλώνισμα
Δουκιούμι Θυμάμαι
Δόχ’ Κατάλληλη θέση για καρτέρι ζών από τους κυνηγούς
Δρουστιάρ’ Είδος μανιταριού
Ζαβλακώθκα Αποβλακώθηκα, μισοκοιμήθηκα
Ζαμπούνκους Πολύ αδύνατος
Ζαρώνου Λουφάζω
Ζβαρνίζου Σέρνω
Ζγκραμιάρ’ς Βρωμιάρης
Ζγκρουβάλ’ Καρούμπαλο
Ζγκτώ Σκουντάω
Ζγώνω Πλησιάζω
Ζιάρες Μικρά κάρβουνα μαζί με στάχτη
Ζιούτλας Ζητιάνος
Ζιουτλόξλα (μεταφ.)Πλανόδιοι μουσικοί οργανοπαίχτες
Ζιρβότιρα Ποιο αριστερά
Ζλαπ Μικρό άγριο ζώο, Το πειραχτήρι – ζιζάνιο
Ζνάρ Ζωνάρι, ζώνη
Ζνιχ Σβέρκος
Ζνταβλίζω Ανακατεύω τη φωτιά για να μη σβήσει
Ζντάβλιστρο Σιδερένια μεγάλη ράβδος ή και μερικές φορές ξύλινη για να ανακατώνουμε τα κάρβουνα στο κτιστό φούρνο.
Ζντουμπανώ Χτυπώ κάτι δυνατά, πέφτω
Ζουζνίζ Ζουζουνίζει
Ζουζούνξι Βούιξε
Ζουρζουβίλ Άτακτο παιδί, σκανταλιάρης
Ήλιαγκας Το φυτό Πασχαλιά
Θκέλ΄ Αγροτικό εργαλείο για σκάψιμο με δύο σκέλη (δικέλι)
Θκό’μ Δικό μου
Θρασπέτ’ Πολύ ξυνό
Ίγκλα Το λουρί που στερεώνει το σαμάρι στην πλάτη του ζώου περνώντας από την κοιλιά του
Ικεία Εκεί
Ιψέ Χθες βράδυ
Καδί Ξύλινο δοχείο
Καζάντσα Κέρδισα, κονόμησα
Καΐσια Βερίκοκα
Κακαρέτζα Κόπρανα κατσίκας
Κακουτσκίζουμι Δυσανασχετώ
Κακουτσούμπαλους Κακοσχηματισμένος
Καλιάκα Το πουλί κάργια
Καλουγεράκ’ Είδος μανιταριού
Κάλπκους Τεμπέλης, μικροαπατεώνας
Κάμαρ’ Δωμάτιο
Καμπάθκους Άνθρωπος μεγαλόσωμος και συνήθως αγύμναστος
Καμτσίκι Μαστίγιο
Κάνουρ’ Κλωστή μάλλινη που υφαίνουν
Καντήλιασα Νύσταξα
Καντίπουτα Τίποτα τελείως
Καπίστρ’ Χαλινάρι
Καρδαμουμένους Γεροδεμένος
Κάρκαλο Κάρβουνο, σκληρό, παγωμένο
Καρκάτζαλος Καλικάντζαρος
Καρουτσούδ’ Καρότσι χειρός
Καρτιρώ Περιμένω
Καρτούδ Μικρό τσίγκινο κύπελλο
Κασκέτου Καπέλο
Καταϊ Κάτω στο χώμα
Καταμεσιού Στη μέση
Καταχνιά Ομίχλη
Κατσιά Καθισιά
Κατσιαμάκ’ Καλαμποκίσιο αλεύρι βραστό
Κατσκ(ι)αρίκα Σε έχω κάνει φάρσα, καλαμπούρι, γελοιοποίηση
Κατσούλιασμα Με λυγισμένα τα γόνατα
Καφιλίκ΄ Το μπρίκι του καφέ
Κιαμέτ Πολύ, αρκετά
Κινώνου Σερβίρω, γεμίζω το πιάτο με φαγητό
Κιουτεύου Κάνω πίσω, φοβάμαι
Κλαβανό Πορτάκι που ενώνει δύο ορόφους του σπιτιού ή και με την σκεπή
Κλαρίζου Κόβω τα κλαδιά
Κλί’κ Μικρό ψωμί
Κλιματσίδα Το κλήμα
Κλουκουτώ Ανακινώ έντονα
Κλούτσιασα Τα πόδια μου μούδιασαν
Κμάσ’ Κοτέτσι, στάβλος γουρουνιού
Κνάκ’ι Κοφίνι
Κνω Κουνώ
Κολάϊ Ευτυχώς εύκολο
Κολοφεγγίδα Πυγολαμπίδα (έντομο που βγάζει από το σώμα του λάμψη κατά τη νύχτα)
Κορτσούδ’ Κορίτσι μικρό
Κουκόσια Το Καρύδι χωρίς την πράσινη φλούδα
Κουκούδ’ Το περίβλημα (καύκαλο) που βγάζουμε μετά από τραύμα
Κουλόμπαρος Ξεβράκωτος
Κουλουκούρ’ Τυλιγμένο όπως – όπως, τσαλακωμένο
Κουλουμπασκούδ’ Πουλί με λίγα πούπουλα
Κουμαντέρνου Κάνω κουμάντο
Κουμπιάσκια Κόμπιασα
Κουντλώ Παραπατώ
Κουντουρούπ’ Μέτριο χοντρό γερό ξύλο
Κουντούρτσα Έκανα κάτι για πολύ ώρα, (πχ χόρεψα πολύ)
Κουριμάδ’ Καημένο
Κουρκμάτς Το πρώτο γάλα με τη γέννα των ζώων
Κουρκούτ Φαγητό με αλεύρι, (μεταφ.) ζαλισμένος
Κουρκουτιάζω Ζαλίζομαι
Κουρμπάν’ Φαγητό για προσφορά στα πανηγύρια
Κουρμπάτς Μαστίγιο, καμουτσίκι
Κουρνιαχτός Σκόνη
Κουρσούμ’ Κάτι πολύ βαρύ
Κουρτσούδ’ Μικρό κορίτσι
Κουσιά Πλεξούδα
Κούτκας Το πίσω μέρος του κεφαλιού
Κουτρουκίλ’ Παιδική ρόδα που κυλά και κάνει θόρυβο
Κουτρουκλιέμαι Στριφογυρίζω ξαπλωμένος
Κουτρουκλώ Κυλώ, κατρακυλώ
Κουτρώ Χτυπώ κάτι με το κεφάλι μου
Κουφίν’ Ψάθινο καλάθι
Κουφοτύλ’ Δίνη νερού
Κούχνιος τεμπέλης
Κρατούνα Είδος κολοκυθιού που το χρησιμοποιούσαν σαν κανάτα νερού, (μεταφ.) Κεφάλι - κρανίο
Κράτσ΄να Τσάπη
Κρένου Μιλώ
Κριμανταλάς Πολύ ψηλός και άχαρος
Κριματζουλιούμι Κρεμιέμαι
Κρίνα Δίχωρο μεταλλικό κουτί για καφέ και ζάχαρι
Κριτσιανίζου Τραγανίζω
Κριτσνάρ’ Πόδι
Κριτσνώ Τρίζω
Κρουξούρου Αυτή που γυρνά από εδώ και από εκεί
Κρούου Χτυπώ, βαράω
Κρούπ Πολύ μεθυσμένος
Κσιούπ Κούτσουρο, (μεταφ.) Κάποιος που δεν μαθαίνει γράμματα
Κστέλ΄ Κόλυβα σε πιατέλα
Κτσακ (μεταφ.) Ντρίπλα
Κτσός Κουτσός
Λ’μόρ Τάφος
Λαγκεύω Λιμπίζομαι, ορέγομαι, νιώθω έντονη επιθυμία για κάτι
Λάκκους Ποτάμι
Λαμνί Μεγάλη στοίβα από χιόνι
Λαμνιά Καπνιά
Λαντούρα Φασαρία, σαματάς, ζάλη
Λατανίζου Ταρακουνώ, ταλαιπωρώ
Λαχούρ' Γυναικείο μαντήλι για το κεφάλι
Λιανίζου Τεμαχίζω, κομματιάζω
Λιγδώθκα Λερώθηκα
Λιμαγμένους Πολύ πεινασμένος
Λιμαριά Περιλαίμιο του αλόγου
Λιζβό Καχεκτικό
Λόϊα Λόγια, υποσχέσεις
Λότσκιες Μικρές λιμνούλες με νερό της βροχής
Λουβίδια Τα λιασμένα φασολάκια
Λούγαρους Αράχνη
Λουγαρπάν’ Ιστός αράχνης
Λουλός Χαζός
Λουλουμάν’ταρου Επικίνδυνο μανιτάρι
Λούν’ Πολύ μεθυσμένος, (μεταφ.) Κατακάθι
Λούσκια Λούστικα
Λουτσούν’ Διάρροια, (μεταφ.) Μεγάλος φόβος
Λουτφός Χαζός
Μαγάρα Μόλυνση, βρωμιά
Μαγκούρα Μπαστούνι
Μαγλιάζω Μασουλώ μεγάλη ποσότητα
Μαγρίζου Νιαουρίζω
Μάκου Γιαγιά
Μακρυσκνίζου Έχω ένα ζώο δεμένο με μακρύ σχοινί για να κινείται ελεύθερα
Μαλιαφατούρας Κάποιος που λέει πολλά άσχετα πράγματα, χαζοχαρούμενος
Μανιά Γιαγιά
Μανταλώνου Κλειδώνω
Μαραφέτ’ Εργαλείο, αντικείμενο
Μαρκιέτι Όπως η κατσίκα μηρυκάζεται την τροφή
Μαρουδίτσα πασχαλίτσα
Μασάλ’ ιστορία, συνήθως με δόση υπερβολής
Ματζούν’ Πρακτικό φάρμακο
Ματουγιάλια Γυαλιά
Ματσιαλώ Μασώ
Μαχαλάς Γειτονιά
Μαχμουρλής Αγουροξυπνημένος, χωρίς πολύ κέφι
Μέλαγγας Κολλώδες χώμα
Μίρλα Γκρίνια, κλάψα
Μιρλιάρς Κλάψας
Μισάντρια Ντουλάπι για ψωμιά, μπουφές
Μουλαϊμσι Ηρέμησε κάποιος πόνος
Μουλουμουτώ Σιγομουρμουρίζω
Μούλουνι Σώπαινε
Μούρλιους Αυτός που είναι σχεδόν μόνιμα κακοδιάθετος.
Μουρντάρ’ς Ο άπιστος με τις γυναίκες, και γενικά αυτός που στήνει διάφορα κόλπα
Μούρτζιους Μικρό μουλάρι άμαθο στη δουλειά.
Μουσμούλς (Νομίζω) σχολαστικός, αυτός που δουλεύει αργά με το πάσο του, Άλλος είπε Αργόσχολος
Μούτσιανος Ο μικρός, το μικρό παιδάκι
Μουχαμπέτ’ Συζήτηση, κουβέντα
Μουχάν΄ Εργαλείο του σιδερά
Μπαζντραβίτσα Σπίλος συνήθως στα χέρια. Σύμφωνα με την παράδοση τα έβγαζε όποιος μετρούσε τα αστέρια. Υπήρχε και μπαζντραβότανο για γιατρειά.
Μπαϊά Πολύ
Μπαϊλτσα Κουράστηκα
Μπακράτσα, Μπακιρένιο δοχείο για να ζεστάνουν νερό ή να βράσουν φαγητό
Μπακρατσούδ’
Μπαμπάκ’ Βαμβάκι
Μπαμπαλιάρς Αυτός που δεν μιλάει καθαρά
Μπαμπαλίζου Τραυλίζω, δεν μιλώ καθαρά
Μπαμπαλούδ’ Σκουπιδάκι, κάτι σαν σκόνη, ψιλό χιόνι
Μπαμπατούρα Μεγάλη φωτιά με φλόγες που αναπτύσσετε γρήγορα και προς όλες τις κατευθύνσεις.
Μπαμπάτσκ’ους Μεγαλόσωμος
Μπάντα Επιτοίχιο ύφασμα
Μπαξίς’ (τούρκικη) Δώρο
Μπαρμπαδούδια Ανθρωπάκια, μικρά ομοιώματα ανθρώπων
Μπασιαρντώ Πετυχαίνω το στόχο
Μπασιούρου Η γουρούνα, αλλά και παιδικό παιχνίδι
Μπατάκ’ Κακοπληρωτής, αυτός που χρωστάει και δεν πληρώνει
Μπαταξής Ψεύτης, αυτός που χρωστά και δεν ξεπληρώνει
Μπάτσιακας Βάτραχος
Μπατσιεύου Παίζω με το νερό και βρέχομαι
Μπγάδ’ Το πηγάδι
Μπιζιέρσα Βαρέθηκα
Μπιμπίλ Γαλοπούλα, (μεταφ.) Άνθρωπος που δεν είναι και πολύ έξυπνος
Μπινιβρέκ Περίεργο παντελόνι της παλιάς εποχής που ήταν πολύ φαρδύ προς τα πάνω και στενό στις γάμπες
Μπιρικιάτ’ Έστω, καλά, ευτυχώς, κάτι είναι κι αυτό
Μπιρτσιά Χωρίστρα
Μπίσ΄ Φωνάζαμε το μικρό γουρούνι για να έρθει κοντά μας
Μπισκουτουλούκουμο Μπισκότο + λουκούμι
Μπίτσι Τελείωσε
Μπλάστρ’ς Ξύλινη ράβδος για να ανοίγουν φύλλα για πϊτες
Μπλάχκα Μπερδεύτηκα, χάθηκα ψάχνοντας κάτι
Μπλιακατώ Πλατσουρίζω
Μπλουγκούρ’ Πλυγούρι
Μπλουκός Ξύλινος πάσσαλος για φράχτες
Μπούζ’ Πολύ κρύο, παγωνιά
Μπουϊά Μπογιά
Μπούιουρουμ (τούρκικη) Έλα να φάμε
Μπούκλα Ξύλινο δοχείο νερού
Μπουμπνίζ’ Μπουμπουνίζει
Μπουμπούνξιτου Πέταξέ το, Άναψέ το
Μπούμπουρας Μαύρο σκαθάρι
Μπουμπούτσια Έντομα
Μπουπτάει Ρίχνει αστραπόβροντα, (μεταφ.) ρίχνει κάτι κάτω
Μπουρδουκλώθ’κα Μπερδεύτηκα
Μπουρμάς Στρόφιγγα βρύσης
Μπουρμπουλόϊ Το τελευτάιο ψάξιμο για να μαζέψουμε τα καρύδια
Μπουχτσιάς Δέμα με ρούχα
Μπρασκιάρς Φιλάσθενος, μικρόσωμος
Μπρατίμια Οι φίλοι του γαμπρού όταν πάνε να πάρουν την νύφη
Μπριάνα Μικρό ποταμίσιο ψάρι
Μπρουμτώ Πέφτω μπρούμυτα
Μσιάρκου Μισό μισό
Μσούδ’ Πενηντάλεπτο, μισή δραχμή
Μσούρ’ Βαθύ σκεύος φαγητού
Μτάρ’ Εξάρτημα αργαλειού
Νίβουμι Πλένομαι
Νισάφ’ (Μεταφ.) Έλεος
Νουμπέτ’ Υπνάκος
Νταβάν’ Ταβάνι
Ντάβανος Μεγάλη (μέλισσα) σφήγκα
Νταβίζου Βάζω σε κάποιον λόγια
Νταβρατζμένους Μεγαλόσωμος, δυνατός
Νταϊάτσα Κουράστηκα πολύ
Νταλάκιασα Ήπια πολύ νερό
Νταλκώθκα Φορτώθηκα στη πλάτη
Νταούλ’ Τύμπανο
Νταρίζου Κάνω δώρα στο γάμο
Νταρνταγάν’ Ανακατωσούρα, φασαρία
Ντγάν’ Τηγάνι
Ντγανίζου Τηγανίζω
Ντέρτ’ Καϋμός
Ντέτζιρς Κατσαρόλα
Ντιπ Καθόλου
Ντιρέκ’ (Μεταφ.) Πολύ ψηλός
Ντιρλίκουσα Έφαγα πολύ καλά
Ντιφτσού - (ντιφιτζού) Ντιζέζ (τραγουδίστρια που παίζει και ντέφι)
Ντουβάρ’ Ο τοίχος, (μεταφ.) ο άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει
Ντουζιένια Στα επάνω του, στα κέφια
Ντούμπα Ύψωμα, σωρός
Ντουμπλιέκα Μεγάλη κουδούνα για ζώα
Ντουρλάπ’ Δυνατή βροχή
Ντουρντουβάκ’ Ο άνθρωπος με ελάχιστο μυαλό
Ντουρντουβάλ Ελαφρόμυαλος
Ντράβαλα Μπελάδες
Ντραγώθκα Πιάστηκαν τα νεύρα μου
Ντραμαλασιά Χαμός, μπερδεψοδουλειά
Ντρίμα - ντρίμ(ε)ις Κλαδιά δέντρων χωρίς φύλλα
Ξέβγα Ξέφυγα
Ξέφριξα Τρόμαξα
Ξιαπουλνώ Αμολώ, αφήνω
Ξιαπουστένου Ξεκουράζομαι
Ξιαρίζου Καθαρίζω τις κοπριές ζώων
Ξιαστέρ’ Ξαστεριά
Ξιβουτάν’σμα Το καθάρισμα του χωραφιού από βότανα
Ξιλγ’ώθκα Πεινάω πολύ, ξελιγώθηκα
Ξινιέχουμα Εκταφή
Ξινταλκ’ώθκα Πείνασα πολύ, ξελιγώθηκα
Ξινταμπλαρώνουμι Ξαπλώνω
Ξιπαστρέβου Καθαρίζω, πετάω κάτι άχρηστο
Ξιπατώνου Ξεριζώνω, εξολοθρεύω
Ξιπατώνουμι Κουράζομαι υπερβολικά
Ξιπρουβουδώ Αποχαιρετώ
Ξιρνώ Κάνω εμετό
Ξιρουτανιέμι Τεντώνομαι
Ξισκλιδίσκ’α Ανοίξανε τα σκέλια μου
Ξιστρώνου Μαζεύω το τραπέζι, το κρεβάτι
Ξιτζιλιάσκα Βγήκαν τα σωθικά μου
Ξόλ’τους Ο αδέσποτος
Ξούγκ’ Ξίγκι, λίπος, πάχος
Ξόψ’ Ξώφαλτσα
Όξου Έξω
Όρνιου Όρνεο, (μεταφ.) χαϊβάνι, ηλίθιος
Ουβρέσα Πράσινο σαλατικό
Ούγκςςς Για να σταματήσει ένα ζώο
Ούλνοι Όλοι
Ουλούρμου Σιγά, νισάφι
Ουμούτ Ελπίδα
Ούμπας Απέχθεια για κάτι
Ουντίζω Ταιριάζω
Ούρδα Μυζήθρα
Ουρλιέται Ουρλιάζει
Ουρτώνου Καταλαβαίνω, κόβει το μυαλό μου
Παένου Πηγαίνω
Παζάρ’ Η αγορά
Πανάρ’ Εξώφυλλο
Πανουγόμ Ύφασμα για να μπει το σαμάρι του ζώου
Παπαλούδα Κεφάλι χωρίς μαλλιά (με μεγάλη φαλάκρα)
Παπλιάκους Παππούς
Παπούλιασα Μούλιασα
Παραδάγκαλου Εξόγκωμα
Παράδες Χρήματα
Παραμαζώνου Διώχνω, αποπαίρνω
Παρασόλ’ Ομπρέλα
Παραφκιάνου Υπερβάλλω
Παρτάλ’ Κουρέλι, ρούχο παλιό
Παρτσιακλός Ελαφρόμυαλος
Παταρϊά Χαστούκι
Πατατούκ’ Παλτό
Πατέλ’ς Αυτός που δεν πατάει ή δεν περπατάει καλά
Πατκώνου Πιέζω κάποια πράγματα πολύ
Πατούνα Το πέλμα του ποδιού
Πατσάρας Αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι
Πατσί Κεφάλι
Πατσιά Πατημασιά
Πέτνος Πετεινός
Πιδαρέλ’ Μικρό παιδάκι αλλά και ανώριμος άνθρωπος
Πιδικλιά Τρικλοποδιά
Πιδικλώθκα Μπερδεύτηκα, μπουρδουκλώθηκα
Πιδούδ’ Μικρό παιδί
Πινισιάρ’ς Αυτός που περηφανεύεται, ο ξιπασμένος
Πιπιλιά Στάχτη
Πιράτ’ς Σιδερένια ασφάλεια εσωτερικά της πόρτας, σαν σύρτης
Πιρδικλιάρ΄ς Αυτός που μπλέκει τα πόδια του
Πιρόν’ Πηρούνι
Πιρπιρούδ Μικρό έντομο σαν πεταλούδα
Πισκέσ’ Δώρο
Πιτακούδ Πουλί που μόλις άρχισε να πετά
Πιτμέζ’ Πάρα πολύ γλυκό
Πιτναρούδ’ Καραμελένιο πετεινάρι
Πλάδα Κότα
Πλακιά Πέτρα λίγο επίπεδη
Πλαλώ Τρέχω
Πλαστό Ολόκληρο μεγάλο ζυμωτό ψωμί
Πλούδια Πουλάκια
Πλόχειρο Χούφτα ενός χεριού
Πνακωτή Ξύλινη σκάφη με χωρίσματα για τοποθέτηση ψωμιού
Πουδάρ’ Το πόδι
Πούλ’φουσα Κουράστηκα, βαρέθηκα
Πουρεύω Τα φέρνω βόλτα
Πουρλίθρα Κοχύλι
Πρακαρίζ Θόρυβος ξύλου που καίγεται
Πρακόν Λίμα
Πράμα Ζώο του σπιτιού
Πρατσμαντήλου Αυτή που φοράει όπως-όπως τα ρούχα της
Πρικνιάρ΄ς Αυτός που έχει πολλές φακίδες
Προκάνου Προλαβαίνω
Προσκέφαλου Μαξιλάρι
Προυμ’θεύου Συμβουλεύω
Προυσκνώ Προσκυνώ, (μεταφ.) πέφτει το κεφάλι μου όταν νυστάζω πολύ
Προυτσιάδ Τράγος (το αρσενικό της γίδας)
Προυτσιαλώ Πιτσιλώ, ψιλοβρέχω κάτι
Προυφτένου Προλαβαίνω
Προυφτώ Φτύνω
Προυχείμ΄ Φθινόπωρο
Προυχούνς Υπναράς, το σφουγγάρι που έκλειναν την τρύπα από την στέρνα
Ραχάτ’ Ανάπαυση, τεμπελιά
Ραχόν’ Μεγάλος λόφος
Ρνίθα Κότα
Ρουγουβίζ’ Πιπίλα
Σαβούρα Παλιοπράγματα
Σακατεύκα Χτύπησα πολύ
Σαλντώ Πετάω κάτι, ξεφορτώνομαι
Σαλτέρνου Πηδώ, ορμώ
Σαμαμίδ’ Είδος μικρής σαύρας
Σάματι Μήπως
Σαραγλί Γλυκό σιροπιαστό
Σβαρνιάρς Αυτός που δεν τακτοποιεί σωστά τα πράγματά του, ανεπρόκοπος
Σβαρνίζου Σέρνω
Σγανιάρ’ς Βρωμιάρης
Σγανουκουπάει Βρωμάει
Σζόγρουνου Το ζαβό γουρούνι
Σιακάτ΄ Προς τα κάτω
Σιάλιαγκας Σαλιγκάρι
Σιαματάς Φασαρία, έντονος θόρυβος
Σιαπάν΄ Προς τα πάνω
Σιαπέρα Προς τα πέρα
Σιάστρου Η γυναίκα που αλλού θέλει να πάει και αλλού πηγαίνει
Σιάτσα Τα έχασα (δεν μπορούσα να σκεφθώ)
Σιαψιάλ’ς Αυτός που λέει πολλά ανούσια πράγματα, χαζοχαρούμενος
Σίβιασι Άσπρισαν τα μαλλιά του
Σιέφκα Μπήκα μέσα
Σίις Φροντίδα, έγνοια
Σιλτές Στρώμα κρεβατιού
Σίλτσα Είμαι όλη μέρα υπό ατμό, Κουράστηκα να επαναλαμβάνω κάτι
Σιντούκ’ Μπαούλο
Σιρμπέτ’ Πάρα πολύ γλυκό
Σιρσέμς Φοβισμένος, σκιαγμένος
Σιρσιέμιασα Φοβήθηκα, τα έχασα (δεν μπορούσα να σκεφθώ)
Σίρτσα Τα έχασα (δεν μπορούσα να σκεφθώ)
Σκαμιά Μουριά
Σκανιάζου Στεναχωριέμαι
Σκιάδα Ψάθινο καλοκαιρινό καπέλλο
Σκιάχκα Τρόμαξα
Σκλί - σκλούδ Σκυλί
Σκνίιζ Σκάβει με τη μούρη (κυρίως τα γουρούνια)
Σκόλουμπας Εμπόδιο
Σκούλους Το πίσω πλατύ μέρος του τσεκουριού
Σκουτίδα Σκοτάδι
Σκουτνός Κακότυχος
Σκρέμπα Αναρριχώμενο φυτό με άσπρα λουλούδια
Σκφούνια Χοντρές μάλλινες κάλτσες
Σλουιούμι Σκέφτομαι, κάθομαι χωρίς να κάνω τίποτα
Σμαλίζ’ Ακούγεται μικρός θόρυβος και ελαφρό θρόισμα.
Σμιαζόνου Συμμαζεύω
Σμούχρια Σούρουπο
Σνιρίζου Δίνω σημασία, καταλογίζω
Σόμπουρος Κουβεντολόι με κουτσομπολιό
Σουντίμιασα Παρομοίασα
Σουκάκ’ Μικρός δρόμος
Σουριάσκα Έπεσα
Σουρλάς Μουσούδα γουρουνιού
Σουρλωτό ‘Όταν μοιάζει το σχήμα αυγού
Σπαρίλα Βαρεμάρα, ανία
Σπληνίζουμι Μου την δίνει, στεναχωριέμαι
Στάβαρα Ξύλα για φράχτη οικοπέδου
Σταλίζ’ν Ξεκουράζονται τα ζώα
Στας Στάσου
Στάφνιασα Στόχευσα
Στέκα Στάσου
Στέρνα Μικρή δεξαμενή νερού κυρίως για να ποτίζουν τους μπαξέδες
Στιρνάρα Μεγάλη άσπρη πέτρα
Στιρνιάζω Στριμώχνω κάποιον και δεν μπορεί να πάει πουθενά
Συμφόρισ’ Εγκεφαλικό
Σύστασ’ Διεύθυνση σπιτιού
Σφαλνώ Ασφαλίζω, κλείνω (πόρτα)
Σφιτζουρίζ Ο ήχος δυνατού αέρα
Σφουγγίζουμι Σκουπίζομαι
Σφούγγος Πάνινη μπάλα
Σφουντήλ΄ Η κωνική σφήνα της ρόκας σε σχήμα ρόμβου, για το μαλλί
Σχ’άθκα Σιχάθηκα, βαρέθηκα
Τάβλα Υφαντό τραπεζομάντιλο
Ταγάρ’ Μάλλινο σακίδιο βοσκών
Τακιμιάζω Ταιριάζω με κάποιον
Ταλαγάν’ Μάλλινη κάπα βοσκών
Ταμάμ Ακριβώς
Ταμάχ’ Πλεονεξία
Ταμαχιάρ’ς Πλεονέκτης, αχόρταγος
Ταπεινώνου Χαμηλώνω
Ταπουϊτώρους Λίγο πριν
Ταραχίζουμι Αναστατώνομαι
Ταραχίσκα Αηδίασα, αναστατώθηκα, ταράχτηκα
Ταχ’νό Πολύ πρωί
Ταχιά Αύριο
Τζάβαλα Σκουπίδια
Τζερτζελές Χαβαλές γλεντιού
Τζιάλσα Ζούλιξα κάτι πολύ
Τζιαναμπέτς Πειραχτήρι
Τζιούνα Το περίβλημα με τα αγκάθια από τα κάστανα
Τζιριμές Ο τζαμπατζής, αυτός που δεν πληρώνει
Τζιτζιρίζ’ Καίει
Τζμπίδ’ Τσιμπίδα
Τλιγάδιασε Τον τύλιξε
Τλούπα (μεταφ.) Μεγάλη νιφάδα χιονιού
Τλουπάν’ Γυναικείο μαντήλι για το κεφάλι
Τούμπου Μπουρί σόμπας
Τρακάτς’ Χερούλι πόρτας
Τραμτσιακλός Αυτός που έχει τρεμούλα
Τρανός Μεγάλος
Τρατσάλ΄ς Φοβητσιάρης
Τρέβλα Το φυτό γλιστρίδα
Τρόκνια Υφαντό μακρόστενο μάλλινο με μεγάλα σχοινιά που το χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν στην πλάτη τους οι μάνες τα μωρά τους, ή για να κάνουν κούνιες για τα μωρά.
Τρουβαδιάζου Βάζω φαγητό στον τρουβά για το χωράφι
Τσάκνα Ψιλά κλαδιά δένδρου
Τσάκσα Έσπασα
Τσακώθκα Μάλωσα
Τσακώνου Πιάνω
Τσαμπνάρ Αυτό που εξέχει από την μπούκλα για να πίνουμε νερό
Τσαπάδ΄ Μυτερό ξύλο, αλλά και εμπόδιο
Τσέφλια Τσόφλια
Τσιαγνίζου Μυξοκλαίω
Τσιάζου Θέλω κάτι πάρα πολύ
Τσιακμάκ’ Αναπτήρας
Τσιαλιστώ Ενθαρρύνω, προκαλώ, ερεθίζω
Τσιάμ Πεύκο
Τσιατμάς Μεσοτοιχία φτιαγμένη με πήχεις από ξύλα
Τσιαπράζ’ι Στολίδι γιλέκου
Τσιάρ’ Ραχώνι
Τσιγκλώ Προκαλώ, ερεθίζω
Τσιές Σπίθες
Τσικουλατούδ’ Σοκολατάκι
Τσιμπλιάρς Αυτός που έχει τσίμπλες στα μάτια του
Τσιμπράγκαλα Διάφορα άχρηστα πράγματα
Τσιούδα Πολύ λίγο
Τσιουκάνσα Χτύπησα (κυρίως στο κεφάλι)
Τσιουκανώ Χτυπώ κάτι (κυρίως με σφυρί, σκεπάρνι)
Τσιούμα Καρούμπαλο
Τσιουμπάν’ς Βοσκός
Τσιούτσιανο Πολύ μικρό
Τσίπα Η πέτσα από το γάλα
Τσιράπ Σπασμένο δοχείο
Τσιρέμπουλα Πολλά πράγματα κυρίως άχρηστα
Τσιρλίσ’κα Έχω ευκοίλια
Τσίρνιασα Κρύωσα πάρα πολύ
Τσιρουβουλώ Κλαίω πολύ δυνατά
Τσιρουνώ Κρεμώ
Τσιτίκια Μάλλινα πλεχτά καλτσάκια
Τσιτσιρδώνουμι Υπερηφανεύομαι
Τσνάϊ Κλωτσά (ξετινάζεται) το ζώο
Τσνιάρκου Το ζώο που δεν δέχεται να το ζέψουν, που ξετινάζονται.
Τσόλι Κουρέλι
Τσουρνάρα Τρέχει νερό σαν μικρός καταρράχτης
Τσούτσιανου Πολύ μικρό
Τφάν΄ Μεγάλη κακοκαιρία
Τφικώ Τουφεκίζω
Ύπιργα Εργαλεία που μαζεύανε την κλωστή για την σαΐτα του αργαλειού
Φανάρ’ Τετράγωνο πλαίσιο με σήτα που το χρησιμοποιούσαμε για προστασία φαγητών
Φάρα Κακό συγγενολόι
Φέσ’ Πολύ μεθυσμένος
Φιλιέκα Φέτα (ψωμιού κυρίως)
Φιτισνός Φετινός
Φλεύου Τραπεζώνω
Φλουκουτό Υφαντή κουβέρτα
Φόβιους Αυτός που προκαλεί φόβο
Φόρτουμα Σκοινί χοντρό για δέσιμο
Φουλτάκα Σπυράκι κυρίως όταν σε ακουμπά τσουκνίδα, φούσκα, εξάνθημα
Φούρκα Ξύλινο δίχαλο
Φουρκάλ’ Σκούπα
Φουρκί Πιθαμή με αντίχειρα και δείκτη χεριού
Φούρλα Σβούρα, στροφή
Φουρνόπανο Κοντάρι με πανί για να καθαρίζουμε το κτιστό φούρνο.
Φσουκουπάει Φυσάει πολύ δυνατά
Φστάν’ Φουστάνι
Φτούδ’ Μικρό παιδικό αυτί
Φτουράει Κάνεις κάτι πολύ γρήγορα
Φτουράκ΄- φτουρακούδ μικρό γουρούνι
Φτώ Φτύνω
Φχώ Βήχω
Χαβάς Σκοπός τραγουδιού, ρυθμός
Χαζντόλ’ς Αγαθός, αυτός που δεν καταλαβαίνει αυτό που τον λέει κάποιος
Χαϊβάν’ Κουτός, ζώο, βλάκας
Χαϊρλίθκα Καλορίζικα
Χαλκουτσούκ Σκεύος μεταλλικό φαγητού
Χαμλά Χαμηλά
Χαμόϊ Χαμηλό σπίτι
Χαραϊ Πολύ πρωί
Χαρανί Κουτί (αλλά και παιδικό παιχνίδι
Χαρκόλακας Μικρός λάκκος με πέτρες από δω και από κει για να ανάβουν φωτιά
Χάσκαρ΄ς Αποκριάτικο παιχνίδι με κλωστή και χαλβά
Χασμηρεύω Αράζω
Χαυδωτά Το λέμε όταν κάποιος κάθεται με ανοιχτά πόδια
Χλαμπατσίμπαλα Μουσικά όργανα
Χλαπάτσα Φτύσιμο
Χλαπατσιάρς Αυτός που φτύνει συνεχώς έντονα
Χλιάρ Κουτάλι
Χνέρ΄ Πάθημα, φάρσα, χουνέρι
Χόβ’ Φορά
Χούϊ Συνήθεια, ελάττωμα
Χουλ’νώ Θυμώνω
Χουχλάκα Μεγάλη μαύρη πέτρα
Χουχλακίζω Βράζω
Χουχτώ Γιουχάρω
Χραπαλίζ’ Κάνει σπαστικό θόρυβο
Χρέμ Είδος μικρού μάλλινου χαλιού
Χτάζω Βλέπω
Ψίμκας Πολύ μικρός
Ψουριάρ’ς Το λέμε όταν θέλουμε να υποβιβάσουμε κάποιον